Τα Τραγούδια Που Ακούγονταν Καλύτερα Μετά Τα Μεσάνυχτα — Όταν Τα FM Άλλαξαν Τις Νύχτες Μας

Υπήρχε μια ώρα που το ραδιόφωνο ακουγόταν διαφορετικά.

Ήταν κάπου μετά τα μεσάνυχτα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90. Τα περισσότερα φώτα στις πολυκατοικίες είχαν σβήσει, η κίνηση στους δρόμους είχε αραιώσει και το μικρό κόκκινο ή πράσινο φωτάκι του στερεοφωνικού ήταν πολλές φορές το μόνο που φώτιζε το δωμάτιο. Κι αν δεν σε έπαιρνε ο ύπνος, υπήρχε πάντα κάτι να κάνεις: άνοιγες το ραδιόφωνο και άρχιζες να ψάχνεις.

Για την Ελλάδα, εκείνα τα χρόνια ήταν κάτι περισσότερο από μια ακόμη περίοδος καλής μουσικής. Ήταν η εποχή που άλλαζε ολόκληρο το ραδιοφωνικό τοπίο. Μετά από δεκαετίες κρατικού μονοπωλίου —και φυσικά μιας ολόκληρης παράλληλης ιστορίας πειρατικών σταθμών— η ελεύθερη ραδιοφωνία έκανε την εμφάνισή της το 1987. Οι δημοτικοί σταθμοί άνοιξαν τον δρόμο και πολύ γρήγορα το FM άρχισε να γεμίζει νέες συχνότητες, νέες φωνές και διαφορετικές μουσικές.

Ξαφνικά είχαμε επιλογές.

Γυρνούσες αργά το κουμπί του δέκτη και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορούσες να περάσεις από rock σε soul, από jazz σε pop, από ελληνικό τραγούδι σε ένα καινούργιο βρετανικό single. Και το σημαντικότερο ήταν ότι πίσω από το μικρόφωνο υπήρχαν παραγωγοί που πολλές φορές δεν έμοιαζαν απλώς να ακολουθούν μια προκαθορισμένη λίστα. Έφερναν μαζί τους δίσκους τους, τις προτιμήσεις τους και τη δική τους μουσική προσωπικότητα.

Αλλά μετά τα μεσάνυχτα συνέβαινε κάτι ακόμη πιο ιδιαίτερο.

Οι φωνές χαμήλωναν. Τα τραγούδια μεγάλωναν. Οι επιλογές γίνονταν πιο ατμοσφαιρικές. Άκουγες αφιερώσεις, τηλεφωνήματα, έναν παραγωγό να σου λέει δυο λόγια για έναν δίσκο που μόλις είχε ανακαλύψει. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι του 1990 να ακολουθείται από κάτι του 1983 ή του 1985.

Κανείς δεν το αποκαλούσε τότε «80s music».

Ήταν απλώς μουσική.

Και κάποια από εκείνα τα τραγούδια ακούγονταν πολύ καλύτερα μετά τα μεσάνυχτα.

Chris Rea — “Josephine” (1985)

Αν υπήρχε ένας καλλιτέχνης που έμοιαζε να έχει μόνιμη θέση στο νυχτερινό FM, αυτός ήταν ο Chris Rea.

Το “Josephine” είχε ήδη μερικά χρόνια ζωής όταν η ελεύθερη ραδιοφωνία άρχισε να αλλάζει την Ελλάδα, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία. Δεν ήταν ακόμη «παλιό τραγούδι». Ήταν απλώς ένα υπέροχο κομμάτι που ένας παραγωγός μπορούσε να βάλει στις 12:40 το βράδυ και να αλλάξει αμέσως την ατμόσφαιρα.

Η χαρακτηριστική κιθάρα, ο χαλαρός ρυθμός και εκείνη η βραχνή φωνή του Rea έμοιαζαν να ταιριάζουν περισσότερο σε μια νυχτερινή διαδρομή παρά σε ένα ηλιόλουστο απόγευμα.

Και αν σου άρεσε ο Chris Rea, εκείνη η εποχή είχε πολλά ακόμη να σου δώσει. “On the Beach”, “Looking for the Summer”, “The Road to Hell”… μουσική που σχεδόν ζητούσε χαμηλό φωτισμό και ένα ραδιόφωνο ανοιχτό.

Dire Straits — “Your Latest Trick” (1985)

Αρκούσαν οι πρώτες νότες του σαξοφώνου.

Το “Your Latest Trick” προερχόταν από ένα από τα μεγαλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας, το Brothers in Arms, αλλά μετά τα μεσάνυχτα έμοιαζε να απομακρύνεται εντελώς από τον κόσμο των μεγάλων hits.

Ήταν σκοτεινό, κομψό και κινηματογραφικό. Η φωνή του Mark Knopfler ακουγόταν σαν να διηγείται μια ιστορία σε ένα σχεδόν άδειο μπαρ λίγο πριν κλείσει, ενώ το σαξόφωνο του Michael Brecker έκανε το κομμάτι ιδανικό για εκείνες τις ώρες που δεν ήθελες πραγματικά να ακούσεις κάποιον να φωνάζει μέσα από τα ηχεία.

Ήθελες κάτι που να γεμίσει το δωμάτιο χωρίς να σπάσει τη σιωπή του.

Αυτό ακριβώς έκανε το “Your Latest Trick”.

Tanita Tikaram — “Twist in My Sobriety” (1988)

Υπάρχουν τραγούδια που δυσκολεύεσαι ακόμη και σήμερα να φανταστείς στις έντεκα το πρωί.

Το “Twist in My Sobriety” είναι ένα από αυτά.

Η Tanita Tikaram ήταν μόλις 19 ετών όταν κυκλοφόρησε το Ancient Heart, αλλά η βαθιά, σχεδόν υπνωτική φωνή της ακουγόταν σαν να ανήκει σε κάποιον πολύ μεγαλύτερο. Η παράξενη ενορχήστρωση του τραγουδιού, με το χαρακτηριστικό όμποε, του έδινε έναν ήχο που δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο στο pop ραδιόφωνο της εποχής.

Το 1988 ήταν καινούργιο.

Λίγα χρόνια αργότερα είχε ήδη γίνει ένα από εκείνα τα τραγούδια που έμοιαζαν να κατοικούν μόνιμα στις νυχτερινές συχνότητες.

Black — “Wonderful Life” (1986)

Ο τίτλος έλεγε “Wonderful Life”, αλλά τίποτα στο τραγούδι δεν ακουγόταν τόσο απλά χαρούμενο.

Η φωνή του Colin Vearncombe είχε μια μελαγχολία που δεν χρειαζόταν υπερβολές. Η παραγωγή ήταν καθαρή και λιτή, ο ρυθμός σχεδόν υπνωτικός και ολόκληρο το κομμάτι είχε εκείνη τη γλυκόπικρη αίσθηση που ταίριαζε απόλυτα στις μεταμεσονύκτιες εκπομπές.

Ήταν μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία, αλλά στις μικρές ώρες έχανε κάτι από την pop ταυτότητά του.

Γινόταν προσωπικό.

Bryan Ferry — “Slave to Love” (1985)

Ο Bryan Ferry ήξερε να κάνει τη μουσική να ακούγεται πολυτελής.

Το “Slave to Love” ήταν αργό χωρίς να γίνεται μπαλάντα, αισθησιακό χωρίς να προσπαθεί υπερβολικά και γεμάτο από εκείνον τον γυαλισμένο, ατμοσφαιρικό ήχο που χαρακτήριζε τόσο πολύ τον Ferry και τους Roxy Music.

Ήταν από εκείνα τα τραγούδια που ένας καλός νυχτερινός παραγωγός μπορούσε να αφήσει να τελειώσει εντελώς πριν ανοίξει το μικρόφωνο.

Και μετά ίσως να ακολουθούσε το “Avalon”.

Γιατί στις μία το πρωί κανείς δεν βιαζόταν.

Double — “The Captain of Her Heart” (1985)

Ένα πιάνο, ένας απλός ρυθμός και μια φωνή που σχεδόν δεν χρειαζόταν να υψωθεί ποτέ.

Το “The Captain of Her Heart” των ελβετών Double ήταν μια μεγάλη διεθνής επιτυχία στα μέσα των 80s, αλλά είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός τραγουδιού που μπορούσε να επιβιώσει πολύ περισσότερο στις νυχτερινές εκπομπές από ό,τι στα charts.

Ήταν κομψό και ήσυχο, χωρίς μεγάλο ρεφρέν που να απαιτεί την προσοχή σου.

Απλώς υπήρχε εκεί.

Και μερικές φορές αυτό ήταν ακριβώς που ήθελες από το ραδιόφωνο.

The Cars — “Drive” (1984)

Το “Drive” είχε ήδη γίνει κλασικό πολύ πριν αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «κλασικό» για τα τραγούδια των 80s.

Η φωνή του Benjamin Orr, τα synthesizers και ο αργός ρυθμός δημιουργούσαν μια παράξενη αίσθηση απομόνωσης. Στο αυτοκίνητο αργά το βράδυ λειτουργούσε ακόμη καλύτερα. Οι φωτισμένες πινακίδες περνούσαν από δίπλα, τα φανάρια ήταν περισσότερα από τα αυτοκίνητα και για τέσσερα λεπτά το “Drive” μπορούσε να κάνει ακόμη και μια συνηθισμένη διαδρομή προς το σπίτι να μοιάζει με σκηνή από ταινία.

Ίσως γι’ αυτό κάποια τραγούδια δεν χρειάζονται πραγματικά εποχή.

Χρειάζονται ώρα.

Sade — “Nothing Can Come Between Us” (1988)

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει άρθρο για το νυχτερινό ραδιόφωνο εκείνης της περιόδου χωρίς τη Sade.

Το “Nothing Can Come Between Us” είχε όλα όσα χρειαζόταν το FM μετά τα μεσάνυχτα: χαλαρό groove, εξαιρετική παραγωγή και τη φωνή της Sade Adu, που ποτέ δεν χρειαζόταν να πιέσει ένα τραγούδι για να τραβήξει την προσοχή.

Και φυσικά θα μπορούσε να είναι το “Smooth Operator”, το “The Sweetest Taboo” ή το “Is It a Crime”.

Η Sade δεν είχε απλώς τραγούδια που ταίριαζαν στο νυχτερινό ραδιόφωνο.

Είχε ολόκληρο ήχο γι’ αυτό.

Sting — “Fragile” (1987)

Το “Fragile” δεν χρειαζόταν σχεδόν τίποτα.

Μια ακουστική κιθάρα, διακριτικά κρουστά και τη φωνή του Sting.

Κυκλοφόρησε στο …Nothing Like the Sun το 1987, ακριβώς τη χρονιά που η ελεύθερη ραδιοφωνία άρχισε να αλλάζει το ελληνικό FM. Και ήταν ιδανικό για έναν παραγωγό που ήθελε να κατεβάσει τον τόνο μιας εκπομπής χωρίς να καταφύγει σε μια συμβατική ερωτική μπαλάντα.

Στις μικρές ώρες, η απλότητά του γινόταν ακόμη πιο δυνατή.

The Style Council — “You’re the Best Thing” (1984)

Υπήρχε και μια πιο ζεστή πλευρά στο νυχτερινό FM.

Το “You’re the Best Thing” των Style Council είχε soul, jazz και pop στοιχεία χωρίς να ανήκει απόλυτα σε κανένα από αυτά. Η φωνή του Paul Weller, τα keyboards και ο χαλαρός ρυθμός του δημιουργούσαν την αίσθηση ενός τραγουδιού που δεν είχε κανέναν λόγο να βιαστεί.

Το 1984 είχε υπάρξει επιτυχία.

Το 1989 μπορούσε απλώς να είναι ένα πολύ καλό τραγούδι που κάποιος παραγωγός αγαπούσε ακόμη.

Και αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις του ραδιοφώνου τότε.

Tears for Fears — “Woman in Chains” (1989)

Όταν κυκλοφόρησε το “Woman in Chains”, το ελληνικό FM βρισκόταν ήδη μέσα στη μεγάλη του αλλαγή.

Και τι τραγούδι για νυχτερινό ραδιόφωνο.

Ο Roland Orzabal και η Oleta Adams δημιουργούν ένα ντουέτο που χτίζεται αργά, χωρίς να προσπαθεί να φτάσει γρήγορα στο ρεφρέν, ενώ στα τύμπανα βρίσκεται ο Phil Collins. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που χρειάζεται χώρο και χρόνο.

Ακριβώς αυτά που μπορούσε να του προσφέρει μια μεταμεσονύκτια εκπομπή.

Texas — “I Don’t Want a Lover” (1989)

Και μετά υπήρχαν τα τραγούδια που ακούγονταν πραγματικά καινούργια.

Το “I Don’t Want a Lover” των Texas έφτασε το 1989 με την κιθάρα του να συναντά μια καθαρά σύγχρονη για την εποχή παραγωγή και τη φωνή της Sharleen Spiteri να ξεχωρίζει αμέσως.

Δεν ήταν μπαλάντα. Δεν ήταν ακριβώς rock. Δεν ήταν το συνηθισμένο synth-pop των προηγούμενων χρόνων.

Ήταν ο ήχος μιας δεκαετίας που τελείωνε και μιας άλλης που ερχόταν.

Και το FM ήταν εκεί για να καταγράψει αυτή τη μετάβαση.

Chris Isaak — “Wicked Game” (1989)

Υπάρχουν τραγούδια που έχουν νύχτα μέσα τους.

Το “Wicked Game” είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα.

Η κιθάρα του James Calvin Wilsey μοιάζει να έρχεται από έναν άδειο δρόμο κάπου πολύ μακριά, ενώ ο Chris Isaak τραγουδά σχεδόν σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στο δωμάτιο.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε αρχικά το 1989 και γνώρισε τη μεγάλη διεθνή του επιτυχία λίγο αργότερα, όταν χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Wild at Heart. Έτσι, στις αρχές των 90s, όταν το ελληνικό FM βρισκόταν πλέον σε πλήρη άνθηση, το “Wicked Game” ήταν παντού.

Αλλά μετά τα μεσάνυχτα ακουγόταν αλλιώς.

Και Κάπου Ανάμεσα Στα Τραγούδια, Υπήρχε Ο Παραγωγός

Ίσως όμως αυτό που μας λείπει περισσότερο δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι.

Είναι ό,τι υπήρχε ανάμεσα στα τραγούδια.

Η φωνή του παραγωγού.

«Αυτό ήταν το “Wicked Game” του Chris Isaak…»

Μια μικρή παύση.

Ίσως μια αφιέρωση σε κάποιον που άκουγε από τη Νέα Σμύρνη, την Καλαμαριά, το Παγκράτι ή την Τούμπα. Ένα τηλεφώνημα στο studio. Μια πληροφορία για τον δίσκο που μόλις ακούσαμε. Ένα «μείνετε μαζί μας» πριν ξεκινήσει το επόμενο κομμάτι.

Και φυσικά, το μεγάλο παιχνίδι ήταν να βρεις τι άκουγες.

Δεν υπήρχε Shazam.

Αν άνοιγες το ραδιόφωνο στη μέση ενός άγνωστου τραγουδιού, περίμενες μέχρι το τέλος με την ελπίδα ότι ο παραγωγός θα έλεγε τον τίτλο. Αν δεν τον έλεγε, μπορούσες να περάσεις ημέρες προσπαθώντας να ανακαλύψεις ποιο ήταν εκείνο το καταπληκτικό τραγούδι που είχες ακούσει στις δύο παρά τέταρτο το πρωί.

Και υπήρχε ακόμη μια μικρή αγωνία.

Η κασέτα.

Πάντα κάποιος είχε μια άδεια TDK, Maxell ή BASF μέσα στο κασετόφωνο, έτοιμη για τη στιγμή που θα ακουγόταν κάτι καλό. Μόλις αναγνώριζες τις πρώτες νότες, πατούσες REC και PLAY μαζί και προσπαθούσες να προλάβεις την εισαγωγή.

Αν ο παραγωγός μιλούσε πάνω στα πρώτα δευτερόλεπτα, εκνευριζόσουν.

Αν μιλούσε και πάνω στο τέλος, ακόμη περισσότερο.

Κι όμως, τριάντα και πλέον χρόνια αργότερα, αυτές οι κασέτες με τις μισές εισαγωγές, τις φωνές των παραγωγών και τον χαρακτηριστικό θόρυβο του FM ίσως αποτυπώνουν την εποχή καλύτερα από οποιοδήποτε τέλειο ψηφιακό αρχείο.

Όταν Το Ραδιόφωνο Ήταν Παρέα

Σήμερα έχουμε σχεδόν κάθε τραγούδι που ηχογραφήθηκε ποτέ λίγα δευτερόλεπτα μακριά μας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε playlists με χιλιάδες κομμάτια, να προσπεράσουμε ό,τι δεν μας αρέσει και να ζητήσουμε από έναν αλγόριθμο να βρει κάτι παρόμοιο.

Το 1989 δεν είχες αυτή την πολυτέλεια.

Είχες ένα κουμπί.

Το γύριζες αργά.

91,2… 92,4… 93,7… 94,6…

Σε μια συχνότητα κάποιος μιλούσε. Στην επόμενη έπαιζε κάτι που δεν σου άρεσε. Λίγο παρακάτω ακουγόταν παράσιτο.

Και ξαφνικά έβρισκες ένα τραγούδι.

Ίσως ήταν το “Josephine”. Ίσως το “Your Latest Trick”. Ίσως κάτι που δεν είχες ακούσει ποτέ ξανά.

Και σταματούσες.

Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν χρειαζόσουν playlist. Δεν χρειαζόσουν skip. Δεν χρειαζόσουν να ξέρεις τι θα παίξει μετά.

Υπήρχε κάποιος σε ένα μικρό studio, κάπου μέσα στην ίδια πόλη, που είχε διαλέξει έναν δίσκο και τον έπαιζε για όσους ήταν ακόμη ξύπνιοι.

Και για λίγο, μέσα στη σιωπή της νύχτας, ένιωθες ότι το ραδιόφωνο έπαιζε μόνο για σένα.