Υπάρχουν ταινίες που θυμόμαστε για την υπόθεσή τους. Υπάρχουν άλλες που θυμόμαστε για τους πρωταγωνιστές ή τις ατάκες τους.
Και υπάρχουν κάποιες που, χωρίς ίσως να το επιδιώξουν ποτέ, καταφέρνουν να γίνουν μικρές χρονοκάψουλες μιας ολόκληρης εποχής.
Το «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα», που προβλήθηκε τη σεζόν 1982-1983, είναι μία από αυτές.
Σχολικές αίθουσες, θρανία, κοπάνες, φάρσες, καθηγητές στα όρια της απόγνωσης, νεανική αργκό, χαρακτηριστικά ρούχα και χτενίσματα των αρχών των ’80s. Περισσότερα από σαράντα χρόνια αργότερα, η ταινία δεν είναι απλώς μια ελληνική σχολική κωμωδία.
Είναι ένα ταξίδι πίσω σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.
Καλώς ήρθατε στο ιστορικό Λύκειο Χαβαλέ
Η ιστορία μάς μεταφέρει στο περίφημο Λύκειο Χαβαλέ, ένα σχολείο όπου η σχέση ανάμεσα στους μαθητές και τους καθηγητές έχει πλέον εξελιχθεί σε κανονικό πόλεμο.
Οι μαθητές δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα μαθήματα. Αντίθετα, διαθέτουν ανεξάντλητη φαντασία όταν πρόκειται να οργανώσουν την επόμενη φάρσα.
Οι καθηγητές έχουν φτάσει στα όριά τους.
Κάθε φορά που ανοίγουν την πόρτα της τάξης, δεν μπορούν να είναι σίγουροι για το τι τους περιμένει από την άλλη πλευρά. Οι νεαροί «σατανάδες» έχουν μετατρέψει το σχολείο σε πεδίο μάχης και το εκπαιδευτικό προσωπικό προσπαθεί απλώς να επιβιώσει μέχρι να έρθει η πολυπόθητη αποφοίτηση.
Το ερώτημα είναι απλό:
Θα αντέξουν μέχρι τότε;
Από αυτή την απλή ιδέα ξεκινά μια ασταμάτητη σειρά από φάρσες, κοπάνες, παρεξηγήσεις και συγκρούσεις.
Ρεαλιστικό σχολείο;
Φυσικά και όχι.
Αλλά κανείς δεν πήγαινε να δει το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα για να παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για την ελληνική εκπαίδευση.
Η νέα γενιά συναντά την παλιά
Ένα από τα στοιχεία που κάνουν την πρώτη ταινία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σήμερα είναι το καστ της.
Στους μαθητικούς ρόλους συναντάμε μερικά από τα πρόσωπα που θα συνδέονταν έντονα με τη νεανική κουλτούρα του ελληνικού κινηματογράφου των ’80s.
Ο Σταμάτης Γαρδέλης υποδύεται τον Παύλο Κορτέση, ο Γιώργος Ρήγας τον Άρη Χάλια και ο Στηβ Ντούζος τον αξέχαστο Μπίλια. Μαζί τους βρίσκονται η Τέτα Ντούζου ως Ρομίνα, η Τέτα Κωνσταντά ως Σοκόλη και η Μαρίνα Ρώμα ως Φλώρα.
Σε μαθητικό ρόλο εμφανίζεται επίσης ένας πολύ νεαρός Κώστας Ευριπιώτης.
Απέναντί τους όμως βρίσκεται μια εντελώς διαφορετική γενιά του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο σπουδαίος Μίμης Φωτόπουλος είναι ο Αριστείδης Χαβαλές, ενώ ο Γιάννης Γκιωνάκης εμφανίζεται ως επιθεωρητής και ο Νίκος Ρίζος ως Ηρακλής Ντερέκης.
Μαζί τους βρίσκουμε τη Βίνα Ασίκη ως Δις Γλύκα, τον Απόστολο Σουγκλάκο ως Ηρώδη Σπασοκοκκαλίδη, τον Αντώνη Παπαδόπουλο, τον Μάκη Δεμίρη, τον Αντώνη Λαλάκο και τον Φίλιππο Γκιώνη.
Και αυτή η συνύπαρξη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Από τη μία βρίσκονται ηθοποιοί που κουβαλούν μαζί τους δεκαετίες ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου. Από την άλλη, μια νέα γενιά που αντιπροσωπεύει τη διαφορετική, περισσότερο θορυβώδη και πολύχρωμη Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Κατά κάποιον τρόπο, στην ίδια σχολική αίθουσα συναντιούνται δύο διαφορετικές εποχές του ελληνικού σινεμά.
Ο Όμηρος Ευστρατιάδης πίσω από την κάμερα
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Όμηρος Ευστρατιάδης, ένας δημιουργός που συνδέθηκε όσο λίγοι με τον ελληνικό εμπορικό κινηματογράφο της εποχής.
Το σενάριο είναι του Γιάννη Σκλάβου, ενώ τη μουσική έγραψε η Γιώτα Παπαθανασίου και τη φωτογραφία ανέλαβε ο Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος.
Το μοντάζ έγινε από τους Κώστα Ραυτόπουλο και Γιώργο Τριανταφύλλου.
Η ταινία δεν προσπαθεί να κρύψει ποτέ τι θέλει να είναι: μια γρήγορη, λαϊκή νεανική κωμωδία που στηρίζεται στις φάρσες, στους χαρακτήρες και στην ενέργεια του νεανικού καστ.
Και το κοινό ανταποκρίθηκε.
201.304 εισιτήρια
Το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα προβλήθηκε την κινηματογραφική σεζόν 1982-1983 και έκοψε 201.304 εισιτήρια.
Κατέλαβε την 5η θέση ανάμεσα σε 48 ελληνικές ταινίες εκείνης της σεζόν.
Για μια ταινία που σήμερα αρκετοί ίσως αντιμετωπίζουν απλώς ως μια παλιά ’80s κωμωδία των τηλεοπτικών επαναλήψεων, οι αριθμοί θυμίζουν κάτι σημαντικό:
Το κοινό πήγε πραγματικά να τη δει στον κινηματογράφο.
Και η επιτυχία της δεν σταμάτησε εκεί.
«Πάρτι με ούζα»!
Ένα από τα ωραιότερα παραλειπόμενα αφορά τον ίδιο τον τίτλο.
Σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει ο ηθοποιός Γιώργος Ρήγας, η ταινία επρόκειτο αρχικά να κυκλοφορήσει με έναν εντελώς διαφορετικό τίτλο:
«Πάρτι με ούζα».
Ευτυχώς κάποιος άλλαξε γνώμη.
Γιατί δύσκολα μπορούμε σήμερα να φανταστούμε τη συγκεκριμένη ταινία με οποιονδήποτε άλλο τίτλο.
Το «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα» έχει εκείνο το παράξενο χαρακτηριστικό των πετυχημένων τίτλων: μένει αμέσως στο μυαλό.
Και τελικά έγινε κάτι πολύ περισσότερο από τίτλος μιας ταινίας.
Έγινε ολόκληρη σειρά.
Και κάπως έτσι γεννήθηκε ένα franchise
Η επιτυχία της ταινίας οδήγησε σε τρεις συνέχειες, μετατρέποντας το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα σε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες σειρές της εμπορικής ελληνικής κωμωδίας της εποχής.
Μάλιστα, χαρακτήρες όπως ο Μπίλιας και ο Χάλιας απέκτησαν τέτοια αναγνωρισιμότητα ώστε εμφανίστηκαν και σε άλλες μεταγενέστερες ταινίες.
Για το κοινό, οι χαρακτήρες είχαν αρχίσει να αποκτούν ζωή πέρα από την αρχική ιστορία.
Και αυτό εξηγεί γιατί σήμερα οι αναμνήσεις από τις διαφορετικές ταινίες της σειράς συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους.
Για μια ολόκληρη γενιά, όλα έγιναν μέρος ενός κοινού σύμπαντος:
του Λυκείου Χαβαλέ.
Μια φωτογραφία της Ελλάδας του 1982
Αν όμως ξαναδούμε σήμερα την ταινία, υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον από τις φάρσες.
Το φόντο.
Τα αυτοκίνητα.
Οι δρόμοι.
Οι σχολικές τσάντες.
Τα ρούχα.
Τα χτενίσματα.
Ο τρόπος που μιλούν οι νέοι.
Ακόμη και τα χρώματα των εσωτερικών χώρων.
Πράγματα που το 1982 ήταν τόσο συνηθισμένα ώστε κανένας θεατής δεν θα τους έδινε ιδιαίτερη σημασία, σήμερα λειτουργούν σαν μικρά παράθυρα προς το παρελθόν.
Κανείς τότε δεν έβλεπε έναν μαθητή με τα χαρακτηριστικά ρούχα και το χτένισμα της εποχής και σκεφτόταν:
«Τι απίστευτα 80s!»
Ήταν απλώς Τρίτη.
Και αυτό είναι που κάνει τέτοιες ταινίες τόσο απολαυστικές σήμερα.
Πριν από τα κινητά, υπήρχε η κοπάνα
Υπάρχει επίσης κάτι σχεδόν εξωτικό για έναν σημερινό μαθητή στον κόσμο του Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα.
Δεν υπάρχουν smartphones.
Δεν υπάρχουν ομαδικά chats.
Δεν υπάρχουν ηλεκτρονικές απουσίες.
Δεν υπάρχει εφαρμογή στο κινητό των γονιών που τους ενημερώνει σχεδόν αμέσως για το τι συνέβη στο σχολείο.
Υπάρχει το κουδούνι.
Το προαύλιο.
Η παρέα.
Το θρανίο.
Και φυσικά η αιώνια μαθητική ερώτηση:
«Πάμε για κοπάνα;»
Η τεχνολογία άλλαξε.
Οι μαθητές μάλλον όχι και τόσο.
Από τις κινηματογραφικές αίθουσες στις βιντεοκασέτες
Η πραγματική μακροζωία της ταινίας, όμως, δεν οφείλεται μόνο στα 201.304 εισιτήρια της πρώτης προβολής.
Ακολούθησε η εποχή της βιντεοκασέτας.
Τα VHS και τα video clubs άλλαξαν δραματικά την ελληνική ψυχαγωγία μέσα στη δεκαετία του ’80. Ταινίες που προηγουμένως θα ολοκλήρωναν την κινηματογραφική τους πορεία και σταδιακά θα χάνονταν από το προσκήνιο μπορούσαν πλέον να παίζονται ξανά και ξανά στα σπίτια.
Και αργότερα ήρθε η τηλεόραση.
Έτσι, το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα απέκτησε δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ζωή.
Παιδιά που ήταν πολύ μικρά ή δεν είχαν καν γεννηθεί το 1982 γνώρισαν τον Μπίλια, τον Χάλια και το Λύκειο Χαβαλέ χρόνια αργότερα μέσα από μια βιντεοκασέτα ή μια απογευματινή τηλεοπτική προβολή.
Έχει γεράσει καλά;
Όχι σε όλα.
Και δεν χρειάζεται να προσποιηθούμε το αντίθετο.
Ορισμένα αστεία και στερεότυπα ανήκουν ξεκάθαρα στην εποχή τους και σήμερα μπορεί να φαίνονται ξεπερασμένα. Η κωμωδία είναι συχνά υπερβολική, θορυβώδης και καθόλου διακριτική.
Αλλά το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα δεν είχε ποτέ φιλοδοξία να είναι λεπτή κοινωνική σάτιρα.
Ήταν λαϊκή κωμωδία.
Ήθελε το κοινό να γελάσει.
Και το 1982, περισσότεροι από 200.000 θεατές αγόρασαν εισιτήριο για να το κάνουν.
Γιατί τη βλέπουμε ακόμα
Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα, ίσως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν κάθε αστείο εξακολουθεί να λειτουργεί.
Το Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα έχει πλέον αποκτήσει μια διαφορετική αξία.
Είναι ένα κομμάτι της ελληνικής ποπ κουλτούρας και ταυτόχρονα μια μικρή χρονοκάψουλα της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του ’80.
Για όσους έζησαν εκείνη την εποχή, μπορεί να θυμίσει σχολικές αίθουσες, φίλους, καθηγητές, κοπάνες, κινηματογράφους και τις πρώτες βιντεοκασέτες.
Για όσους γεννήθηκαν αργότερα, είναι μια ευκαιρία να δουν έναν κόσμο που σήμερα μοιάζει απίστευτα μακρινός.
Και κάπου εκεί βρίσκεται τελικά η πραγματική γοητεία της ταινίας.
Μπορεί το Λύκειο Χαβαλέ να μην ήταν ποτέ ένα κανονικό σχολείο.
Αλλά για μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων θεατών…
ήταν το πιο διάσημο λύκειο της δεκαετίας του ’80.

