Υπήρχε μια εποχή που για να αγαπήσεις ένα τραγούδι δεν χρειαζόταν να ξέρεις τι έλεγε.
Δεν υπήρχε Google για να ψάξεις τους στίχους, ούτε YouTube για να βρεις το βίντεο με υπότιτλους. Δεν υπήρχε Spotify, ούτε κάποια εφαρμογή που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα θα σου έδειχνε τον τίτλο, τον καλλιτέχνη και τη μετάφραση. Υπήρχε το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, τα δισκάδικα, οι κασέτες και, φυσικά, εκείνος ο φίλος που πάντα ήξερε λίγο περισσότερα για τη μουσική από όλους τους υπόλοιπους.
Και κάπως έτσι, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι και τα ’90, αγαπήσαμε στην Ελλάδα τραγούδια στα ιταλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ισπανικά και στα πορτογαλικά. Μπορεί να μην καταλαβαίναμε σχεδόν ούτε μία λέξη, αλλά όταν ερχόταν το ρεφρέν… τραγουδούσαμε όλοι.
Ή, τουλάχιστον, τραγουδούσαμε αυτό που νομίζαμε ότι ακούγαμε.
Desireless – Voyage, voyage (1986)
Ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα τραγουδιού που απέδειξε ότι η γλώσσα δεν είχε καμία σημασία. Το “Voyage, voyage” κυκλοφόρησε το 1986, ήταν ολόκληρο στα γαλλικά και εξελίχθηκε σε μεγάλη διεθνή επιτυχία, φτάνοντας στην κορυφή των charts σε περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες.
Στην Ελλάδα το χαρακτηριστικό συνθεσάιζερ, η φωνή της Desireless και φυσικά το «Voyage, voyage» του ρεφρέν ήταν αρκετά. Τι ακριβώς μας έλεγε; Για ταξίδια πέρα από σύνορα, πάνω από βουνά, θάλασσες και χώρες, για μια απόδραση χωρίς όρια.
Εμείς πάντως ξέραμε το σημαντικότερο: Voyage, voyage…
Τα υπόλοιπα μπορούσαν να περιμένουν.
Nena – 99 Luftballons (1983)
Αν υπήρχε διαγωνισμός για το πόσοι Έλληνες τραγούδησαν ένα ρεφρέν χωρίς να έχουν ιδέα τι λένε, το “99 Luftballons” θα ήταν σίγουρα ανάμεσα στους υποψηφίους.
Το γερμανόφωνο τραγούδι της Nena κυκλοφόρησε το 1983. Πίσω όμως από την ανεβαστική new wave μελωδία κρυβόταν κάτι πολύ διαφορετικό από ένα απλό χαρούμενο pop τραγούδι: μια ιστορία για 99 μπαλόνια που παρερμηνεύονται ως απειλή και πυροδοτούν μια καταστροφική στρατιωτική αντίδραση.
Για τον μέσο ακροατή στην Ελλάδα των ’80s, βέβαια, όλα αυτά ήταν μάλλον άγνωστα. Ήταν απλώς εκείνο το απίστευτα κολλητικό γερμανικό τραγούδι με τα… 99 κάτι.
Righeira – Vamos a la Playa (1983)
Vamos a la playa.
Αυτές τις τέσσερις λέξεις τις ξέραμε. Μετά άρχιζαν τα δύσκολα.
Οι Righeira ήταν ιταλικό ντουέτο, αλλά το τεράστιο Italo Disco hit τους ήταν γραμμένο στα ισπανικά. Κυκλοφόρησε το 1983 και έγινε μεγάλη επιτυχία σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Και εδώ υπάρχει μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της pop μουσικής των ’80s. Με τον χαρούμενο ρυθμό και τον τίτλο «Πάμε στην παραλία», θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί το απόλυτο καλοκαιρινό τραγούδι.
Μόνο που οι στίχοι μιλούν για… την έκρηξη μιας ατομικής βόμβας και έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο.
Εμείς πάντως πηγαίναμε παραλία.
France Gall – Ella, elle l’a (1987)
Άλλο ένα γαλλικό ρεφρέν που μπορούσες να τραγουδήσεις χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι σημαίνει.
Το “Ella, elle l’a” κυκλοφόρησε το 1987, γράφτηκε από τον Michel Berger και ήταν αφιερωμένο στην τεράστια Ella Fitzgerald. Το τραγούδι γνώρισε σημαντική επιτυχία εκτός Γαλλίας, φτάνοντας μάλιστα στο Νο1 στη Γερμανία και την Αυστρία.
Το λογοπαίγνιο του τίτλου ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιληφθεί κάποιος που δεν μιλούσε γαλλικά: «Ella, elle l’a» — περίπου «η Ella, το έχει». Αυτό το απροσδιόριστο «κάτι», τη δύναμη και το χάρισμα που έκανε την Fitzgerald μοναδική.
Χωρίς μετάφραση όμως, εμείς απλώς ακούγαμε ένα υπέροχο γαλλικό pop τραγούδι.
Gipsy Kings – Bamboléo (1987)
Υπήρχε πραγματικά τρόπος να ακούσεις το “Bamboléo” και να μείνεις ακίνητος;
Οι Gipsy Kings έφεραν έναν ήχο που ακουγόταν διαφορετικός από σχεδόν οτιδήποτε άλλο έπαιζε τότε στο pop ραδιόφωνο. Ισπανικά, κιθάρες, flamenco επιρροές και ένα ρεφρέν που δεν χρειαζόταν μετάφραση για να λειτουργήσει.
Το αστείο είναι ότι πολλοί μπορούσαμε να τραγουδήσουμε το «Bamboleo, bambolea…» και μετά να συνεχίσουμε με μια εντελώς προσωπική εκδοχή της ισπανικής γλώσσας.
Και κανείς δεν μας διόρθωνε.
Kaoma – Lambada (1989)
Το καλοκαίρι του 1989 η Lambada δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι. Ήταν χορός, μόδα και ένα μικρό παγκόσμιο φαινόμενο.
Η εκτέλεση των Kaoma κυκλοφόρησε το 1989, με τη Βραζιλιάνα Loalwa Braz στα φωνητικά, και γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Ευρώπη και σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου.
Και ενώ όλοι θυμόμαστε τον αισθησιακό χορό και εκείνη την αμέσως αναγνωρίσιμη μελωδία, οι στίχοι στα πορτογαλικά είχαν μια πολύ πιο μελαγχολική διάθεση. Ο τίτλος με τον οποίο επίσης είναι γνωστό το τραγούδι, “Chorando Se Foi”, παραπέμπει σε κάποιον που έφυγε αφήνοντας πίσω του δάκρυα.
Εμείς, βέβαια, απλώς προσπαθούσαμε να καταλάβουμε πώς στο καλό χορευόταν η Lambada.
Eros Ramazzotti – Se bastasse una canzone (1990)
Ο Eros Ramazzotti ήταν από εκείνους τους καλλιτέχνες που απέδειξαν ότι ένας Έλληνας ακροατής δεν χρειαζόταν να μιλάει ιταλικά για να νιώσει ένα τραγούδι.
Το “Se bastasse una canzone” κυκλοφόρησε το 1990 ως πρώτο single από το άλμπουμ In ogni senso και έγινε μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία.
Ο τίτλος σημαίνει περίπου «Αν αρκούσε ένα τραγούδι» και το νόημά του είναι πολύ πιο κοινωνικό απ’ όσο ίσως φανταζόμασταν ακούγοντάς το τότε. Μιλά για την ιδέα ότι, αν ένα όμορφο τραγούδι αρκούσε για να φέρει περισσότερη αγάπη, βοήθεια και ειρήνη στον κόσμο, θα μπορούσαμε απλώς να το τραγουδάμε ξανά και ξανά.
Δεν καταλαβαίναμε τις λέξεις. Καταλαβαίναμε όμως πολύ καλά τη φωνή του Ramazzotti.
Laura Pausini – La solitudine (1993)
Και ξαφνικά, στις αρχές των ’90s, εμφανίστηκε η Laura Pausini.
Το “La solitudine” παρουσιάστηκε στο Sanremo το 1993, όπου η νεαρή Pausini κέρδισε στην κατηγορία των νέων καλλιτεχνών. Ακολούθησε η κυκλοφορία του στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Και κάπου εκεί γνωρίσαμε όλοι τον… Marco.
Μπορεί να μην ξέραμε ποιος ήταν, αλλά ακούγαμε το όνομά του από την πρώτη κιόλας φράση και καταλαβαίναμε τουλάχιστον ένα πράγμα: κάτι δεν είχε πάει καλά.
Πράγματι, το τραγούδι μιλά για τη μοναξιά ενός κοριτσιού όταν ο Marco, το αγόρι που αγαπά, φεύγει μακριά. Δεν χρειαζόταν όμως να ξέρεις ιταλικά για να καταλάβεις τη μελαγχολία στη φωνή της Pausini.
Jovanotti – Serenata Rap (1994)
Στα μέσα των ’90s, η ιταλική μουσική που έφτανε στα αυτιά μας δεν ήταν πλέον μόνο οι μεγάλες ρομαντικές μπαλάντες.
Το “Serenata Rap” του Jovanotti ήταν κάτι διαφορετικό: μια σύγχρονη ερωτική σερενάτα ντυμένη με rap, pop και τον ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας του.
Και αν ήταν ήδη δύσκολο να παρακολουθήσουμε ένα ιταλικό τραγούδι, φανταστείτε τι γινόταν όταν ο τραγουδιστής άρχιζε να… ραπάρει στα ιταλικά.
Δεν είχε όμως ιδιαίτερη σημασία. Η ατμόσφαιρα, ο ρυθμός και το ρεφρέν έκαναν τη δουλειά τους.
Vanessa Paradis – Joe le taxi (1987)
Πριν γίνει διεθνώς γνωστή ως ηθοποιός και μοντέλο, η Vanessa Paradis ήταν μόλις 14 ετών όταν το “Joe le taxi” την έκανε γνωστή στο ευρωπαϊκό κοινό.
Και φυσικά, για όσους δεν μιλούσαμε γαλλικά, υπήρχε το μεγάλο ερώτημα:
Ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο Joe;
Το τραγούδι δεν ήταν μια ερωτική ιστορία όπως θα μπορούσε εύκολα να υποθέσει κανείς. Ο Joe ήταν ταξιτζής που κινείται στους δρόμους του Παρισιού, με τη μουσική —και ιδιαίτερα τους latin ήχους— να αποτελεί μέρος του μικρού κόσμου του.
Άλλη μια περίπτωση όπου η εικόνα που είχαμε δημιουργήσει στο μυαλό μας ακούγοντας ένα ξενόγλωσσο τραγούδι μπορούσε να απέχει αρκετά από την πραγματική ιστορία.
Δεν ξέραμε τι έλεγαν. Και ίσως αυτό ήταν μέρος της μαγείας
Σήμερα όλα είναι διαφορετικά.
Ακούς ένα τραγούδι για πρώτη φορά και μέσα σε δευτερόλεπτα μπορείς να βρεις τον καλλιτέχνη, τους στίχους, τη μετάφραση, το βίντεο, την ιστορία πίσω από την ηχογράφηση και δεκάδες αναλύσεις για το τι ακριβώς ήθελε να πει ο δημιουργός.
Τότε υπήρχε ένα μικρό μυστήριο.
Ένα τραγούδι μπορούσε να φτάσει από τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ισπανία ή τη Βραζιλία στο ελληνικό ραδιόφωνο και εμείς να το αγαπήσουμε χωρίς να γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτό. Το γράφαμε σε μια κασέτα, προσπαθούσαμε να συγκρατήσουμε το όνομα του καλλιτέχνη όταν το έλεγε ο παραγωγός και τραγουδούσαμε τους στίχους όπως τους ακούγαμε.
Μπορεί οι λέξεις να ήταν λάθος.
Το συναίσθημα όμως ήταν σωστό.
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις ωραιότερες αναμνήσεις εκείνης της εποχής: η μουσική μπορούσε να περάσει τα σύνορα πολύ πριν μάθουμε τι ακριβώς μας έλεγε.

