Υπήρχε μια εποχή που το καλοκαίρι δεν μετριόταν με ειδοποιήσεις στο κινητό, αλλά με τις ώρες που περνούσαμε έξω στη γειτονιά. Μόλις έπεφτε ο ήλιος και η ζέστη γινόταν πιο υποφερτή, οι δρόμοι γέμιζαν παιδικές φωνές, ποδήλατα, μπάλες και γέλια.
Κανείς δεν χρειαζόταν να κανονίσει συνάντηση. Δεν υπήρχαν μηνύματα, ούτε εφαρμογές. Απλώς βγαίναμε έξω και ξέραμε ότι οι φίλοι μας θα ήταν ήδη εκεί.
Η Γειτονιά Ήταν Η Παιδική Μας Χαρά
Οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι αλάνες και οι πλατείες ήταν το βασίλειό μας. Εκεί περνούσαμε αμέτρητες ώρες κάθε απόγευμα, χωρίς να βαριόμαστε ούτε λεπτό.
Μια μπάλα ήταν αρκετή για να ξεκινήσει ποδόσφαιρο. Αν δεν υπήρχε μπάλα, πάντα υπήρχε ένα παιχνίδι που μπορούσε να στηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Τα Παιχνίδια Που Δεν Τελείωναν Ποτέ
Κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, λάστιχο, κουτσό, μακριά γαϊδούρα, αμπάριζα, ποδήλατο και νεροπίστολα το καλοκαίρι.
Δεν υπήρχαν οθόνες για να μας κρατούν μέσα στο σπίτι. Η καλύτερη διασκέδαση βρισκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα.
Το Ραντεβού Ήταν Πάντα Το Ίδιο
«Κατεβαίνεις;»
Αυτή ήταν ίσως η πιο συνηθισμένη φράση κάθε απογεύματος. Ένα κουδούνι, μια φωνή από τον δρόμο ή ένα σφύριγμα ήταν αρκετά για να μαζευτεί όλη η παρέα μέσα σε λίγα λεπτά.
Κανείς Δεν Κοίταζε Την Ώρα
Δεν φορούσαμε έξυπνα ρολόγια και σπάνια είχαμε ρολόι στο χέρι. Ο χρόνος δεν είχε σημασία.
Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι έπρεπε να γυρίσουμε όταν θα μας φώναζαν οι γονείς μας.
Η Φωνή Από Το Μπαλκόνι
Κάποια στιγμή, ενώ το παιχνίδι βρισκόταν στο καλύτερο σημείο, ακουγόταν η γνώριμη φωνή:
«Γιώργοοο… ανέβα!»
Λίγο πιο πέρα ακουγόταν μια άλλη μητέρα:
«Μαρία, έτοιμο το φαγητό!»
Και μέσα σε λίγα λεπτά, όλη η γειτονιά άδειαζε. Ο ένας μετά τον άλλο αποχαιρετούσε την παρέα με το κλασικό:
«Αύριο πάλι!»
Το Καλοκαίρι Μύριζε Γιασεμί Και Νυχτολούλουδο
Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, οι γείτονες κάθονταν στις αυλές ή στα μπαλκόνια, τα τζιτζίκια έδιναν τη θέση τους στα βραδινά τραγούδια των γρύλων και από κάποιο σπίτι ακουγόταν μια τηλεόραση ή ένα ραδιόφωνο.
Ήταν μια εικόνα που επαναλαμβανόταν σχεδόν κάθε βράδυ στις ελληνικές γειτονιές.
Δεν Χρειαζόμασταν Πολλά Για Να Είμαστε Ευτυχισμένοι
Δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, Wi-Fi ή βιντεοπαιχνίδια τελευταίας τεχνολογίας. Είχαμε όμως φίλους, φαντασία και ολόκληρη τη γειτονιά για παιχνίδι.
Ίσως γι’ αυτό εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια έχουν μείνει τόσο ζωντανά στη μνήμη μας. Γιατί ήταν γεμάτα ελευθερία, ανεμελιά και στιγμές που δεν χωρούσαν σε καμία οθόνη.
Και όσοι τα ζήσαμε, δύσκολα θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή που ερχόταν από το μπαλκόνι και σήμαινε πως είχε έρθει η ώρα να γυρίσουμε σπίτι.
Μέχρι τότε όμως… η γειτονιά ήταν όλος μας ο κόσμος.

